Φαίδων Παπαμιχαήλ asc gsc – «Αν αναγνωρίζεις ένα διευθυντή φωτογραφίας, δεν κάνει καλά τη δουλειά του»

Από το FLIX
Γράφει η Λήδα Γαλανού

Γιος του σκηνογράφου και καλλιτεχνικού διευθυντή Φαίδωνα Παπαμιχαήλ, ξαδέλφου, φίλου και συνεργάτη του Τζον Κασσαβέτη, ο Φαίδων Junior γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στη Γερμανία, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μονάχου κι εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη για να δουλέψει ως φωτορεπόρτερ. Το «κάλεσμα» του σινεμά και του Λος Αντζελες ήρθε με τη μορφή της συνεργασίας με τον Ρότζερ Κόρμαν, για τον οποίο δούλεψε ως διευθυντής φωτογραφίες σε επτά ταινίες μέσα σε δυο χρόνια! Από τότε μέχρι σήμερα έχει βάλει την υπογραφή του σε πάνω από 40 ταινίες, με εύρος από το «The Million Dollar Hotel» του Βιμ Βέντερς, μέχρι το «This Is 40» του Τζαντ Απατοου, διατηρώντας μόνιμες συνεργασίες με σκηνοθέτες σαν τον Τζέιμς Μάνγκολντ («Identity», «Walk the Line», «3:10 to Yuma», «Knight and Day»), τον Γκορ Βερμπίνσκι («Mousehunt», «The Weatherman»), τον Τζορτζ Κλούνεϊ («The Ides of March», «The Monuments Men») και, φυσικά, τον Αλεξάντερ Πέιν, με τον οποίο γνωρίστηκε στο UCLA το 1986 και συνεργάστηκε στο «Πλαγίως», τους «Απογόνους» και, τώρα, το «Nebraska». Ο Φαίδων Παπαμιχαήλ μίλησε στο Flix σε μια κλήση Αθήνα – Λος Αντζελες που δε θέλαμε να τελειώσει, με χιούμορ, οξυδέρκεια και μια γενναιόδωρη αίσθηση της ζωής. Διαβάστε παρακάτω τι μας είπε.

Για το «Nebraska» Διαπιστώνω ότι η ταινία συγκινεί έντονα τους θεατές, σ’ όποιο μέρος του κόσμου κι αν προβάλλεται. Στην κεντροδυτική Αμερική είναι πιο φυσικό το κοινό να νιώθει ότι ταυτίζεται με την ιστορία, γιατί έχει μεγαλώσει σ’ αυτές τις πόλεις, γνωρίζει τα θέματα της απομόνωσης, της έλλειψης επικοινωνίας, οι γονείς τους μοιάζουν με τους γονείς της ταινίας. Αλλά μου έκανε εντύπωση το πόσο δυνατά αντιδρούν σ’ όλη τη συναισθηματική γκάμα, από το κλάμα στο γέλιο, οι θεατές που δεν έχουν καμιά σύνδεση μ’ αυτόν τον τόπο. Αυτό σίγουρα αναδεικνύει την ικανότητα του Αλεξάντερ Πέιν να εμποτίζει βαριές ιδέες με χιούμορ. Η χαρά μου ήταν που τράβηξα τον Μπρους Ντερν, τις λεπτές διακυμάνσεις στο παίξιμό του, καταλάβαινα ότι την ώρα του γυρίσματος έκανε κάτι ιδιαίτερο κι ήμουν τυχερός που το κατέγραψα. Το γύρισμα αυτής της ταινίας ήταν διαφορετικό, ξεκίνησε μ’ ένα ταξίδι που κάναμε μαζί με τον Αλεξάντερ, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και οδηγήσαμε στη Μοντάνα, την Ντακότα, το Γουαϊόμινγκ, τη Νεμπράσκα, όχι για να βρούμε locations, αλλά για να πάρω κι εγώ την αίσθηση της γης και του ανοιχτού, άδειου, τεράστιου τοπίου. Περνούσαμε απ’ αυτές τις πόλεις, από τον κεντρικό τους δρόμο, πινακίδες έγραφαν ότι είχαν 12.000 κατοικους, 22.000 κατοίκους, αλλά δε βλέπαμε ποτέ κανέναν στο δρόμο. Εγώ είχα μόλις γυρίσει από την Ευρώπη, απ’ τις πλατείες γεμάτες παιδιά, τα καφενεία γεμάτα ηλικιωμένους κι αναρωτιόμουν πού βρισκόταν όλος ο κόσμος και γιατί δεν ήταν κανείς έξω, ν’ απολαμβάνει τον ήλιο. Σιγά σιγά κατάλαβα τον κόσμο τους. Κι όταν εμφανίστηκε ο Μπρους Ντερν, με τ’ ακατάστατα μαλλιά του, το παλτό που τού ήταν μεγάλο, μας ρώτησε τι να κάνει και του είπαμε, τίποτα, απλώς στάσου εκεί. Είχα έναν πολύ ιδιαίτερο ηθοποιό να κινηματογραφήσω. Μετατράπηκε σ’ αυτή τη φιγούρα που έμοιαζε σα φάντασμα, σα μια μεταφορά του θανάτου, με την μπεργκμανική διάσταση.

Για την υποψηφιότητα για Οσκαρ Η υποψηφιότητα οπωσδήποτε δε θα μου φέρει περισσότερες δουλειές, γιατί τώρα όλοι θα νομίζουν ότι είμαι πολύ ακριβός και δε θα με ζητάνε πια! Στην πραγματικότητα είμαι ενθουσιασμένος, δε συνειδητοποιείς πόσο μεγάλο πράγμα είναι αν δε βρεθείς μέσα στη διαδικασία. Στην πορεία είχαμε πάρει αρκετά βραβεία για τη φωτογραφία της ταινίας, από την Ενωση Διευθυντών Φωτογραφίας της Αμερικής, τα BAFTA, έλεγα δεν πειράζει, δε χρειαζόμαστε τίποτα άλλο, αρκετά μάς πρόσεξαν. Κι έπειτα όταν συμβαίνει, καταλαβαίνεις ότι έχει μια μεγάλη σημασία, γιατί εκπροσωπεί κάτι αληθινά σημαντικό, είναι η υπέρτατη διάκριση. Μ’ έπαιρναν τηλέφωνο άνθρωποι να μου το πουν, κλαίγοντας. Η γυναίκα μου είχε άγχος, ανησυχούσε ότι θα έχω νεύρα για πολύ καιρό. Προσπαθώ να το διασκεδάζω, πηγαίνεις σ’ ένα σωρό πάρτι όπου συναντάς ανθρώπους που εκτιμάς και συμπαθείς. Είμαι μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου από το ’97, αλλά τώρα μοιάζει μ’ ένα παράξενο κλαμπ για λίγους κι εκλεκτούς. Εχω πολλούς φίλους που έχουν κερδίσει Οσκαρ, κάποιοι απ’ αυτούς παλιότερα δούλευαν για μένα, εγώ ήμουν ο τελευταίος! Είμαι σίγουρος ότι ο ενθουσιασμός θα καταλαγιάσει σύντομα, αλλά τσέκαρα στη Wikipedia πόσοι Ελληνες έχουν βρεθεί υποψήφιοι για Οσκαρ κι είναι πολύ πολύ λίγοι κι αισθάνομαι πραγματικά πολύ περήφανος.
Για τις στιλιστικές επιλογές στη φωτογραφία του «Nebraska» Το ότι η ταινία θα γυρίζονταν σε ασπρόμαυρο ήταν μια ειλημένη απόφαση από την αρχή. Οταν συζητούσαμε το γύρισμα με τον Αλεξάντερ, αποφασίσαμε να κάνουμε λιγότερα πλάνα, σ’ έναν πιο αργό ρυθμό, όχι ακριβώς σαν το «Stranger Than Paradise», αλλά προς αυτήν την κατεύθυνση, ανοιχτά πλάνα με διάρκεια, που να δίνουν στο θεατή χρόνο να απορροφήσει τους ήρωες και να εξετάσει το κάδρο μόνος του, χωρίς τη δική μας καθοδήγηση. Ηταν σαν κάδρα – ταμπλό. Τα κοντινά ήταν σπάνια, γι’ αυτό και πιο δυνατά. Παγίδευαν στιγμές αμφιβολίας ή φόβου. Δεν τα χρησιμοποιήσαμε παρά για να προσδιορίσουμε συγκεκριμένο συναισθηματικό περιεχόμενο.

Για την τέχνη της διεύθυνσης φωτογραφίας μέσα στα χρόνια της δουλειάς του Η φωτογραφία δεν έχει αλλάξει στην ουσία, τα στιλ μόνο αλλάζουν, σα μόδες. Το ’80 που ξεκίνησα εγώ, σημασία είχε το στιλιζάρισμα, οι διάφοροι φακοί, τα χρώματα και διασκεδάσαμε εξερευνώντας τα. Ο Ρότζερ Κόρμαν ήταν για μένα η κινηματογραφική σχολή μου κι εκείνος, αν πληρούσαμε τις απαιτήσεις του σεξ και της βίας, μάς έδινε μεγάλη αισθητική ελευθερία. Είδα τον «Τελευταίο Αυτοκράτορα» και πήγα στο σετ και τα τραβούσα όλα με χρυσό φως, παρότι η ιστορία ήταν με κάτι στρίπερ που δολοφονούνταν. Μετά εγώ πήρα μια διαφορετική κατεύθυνση, αναζητούσα περισσότερο το φυσικό φως, τη διακριτική δουλειά με την κάμερα – άλλοι συνομήλικοί μου παρέμειναν έντονα στιλιζαρισμένοι. Εγώ δεν ήθελα να τραβώ την προσοχή με τη φωτογραφία μου. Κι έτσι τράβηξα κι εγώ ο ίδιος λιγότερο την προσοχή. Αλλά αν κάποιος σου πει ότι η φωτογραφία σε μια ταινία ήταν καλή, δεν το θεωρώ κομπλιμέντο, δε θα’ πρεπε να του αρέσει η φωτογραφία, αλλά η ταινία: η φωτογραφία υπάρχει για να υποστηρίζει την ταινία. Γι’ αυτό κι επιλέγω διαφορετικό στιλ και ύφος για την κάθε ταινία που κάνω κι έτσι είναι δύσκολο ν’ αναγνωρίσει κανείς τη δουλειά μου χωρίς να ξέρει ότι την έχω κάνει εγώ.

Για τη σκηνοθεσία Πάντα αναζητώ ιδέες για να σκηνοθετήσω, αλλά δεν το επιδιώκω (Ο Φαίδων έχει σκηνοθετήσει μέχρι σήμερα τα «Dark Side of Genious», «From Within», «Arcadia Lost» και «Lost Angeles»). Ο λόγος είναι ότι απολαμβάνω πολύ να δουλεύω για τους σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργάζομαι. Επιπλέον η σκηνοθεσία είναι μια πολύ μεγαλύτερη, πιο σύνθετη διαδικασία, που περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση, το κάστινγκ, το σωστό timing, είναι μια μακροχρόνια και σκληρή περίοδος. Και κάπου εκεί, εγώ πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά…

Για το «The Monuments Men» Από την άποψη της φωτογραφίας, το «The Monuments Men» του Τζορτζ Κλούνεϊ είναι το ακριβώς αντίθετο από το «Nebraska». Είναι σινεμά με τον τρόπο της παλιάς σχολής του Χόλιγουντ, ο Κλούνεϊ στράφηκε στις κλασικές αμερικανικές ταινίες του ’70, εικαστικά είναι πολύ πιο παραδοσιακή ταινία και… γεμάτη χρώματα, υπερχρωματιστή!

Για τις μόνιμες συνεργασίες του με σκηνοθέτες Σε μια νέα σχέση, οι άνθρωποι τα λένε στην αρχή όλα σωστά και μετά όταν τους παντρευτείς, η κατάσταση μπορεί ν’ αλλάξει. Το ίδιο συμβαίνει και στη σχέση μ’ ένα σκηνοθέτη. Με τον Αλεξάντερ, για παράδειγμα, όταν γυρίζαμε το «Πλαγίως», τα πράγματα δεν κυλούσαν με την ίδια άνεση που νιώθουμε τώρα γιατί έχουμε πια διανύσει μια διαδρομή. Αυτή τη φορά του ζήτησα να μ’ αφήσει να συνθέσω εγώ τα πλάνα μας, αντί να κοιτάζει και να μου λέει τι θέλει να κάνουμε κι είχε τη γενναιοδωρία να μ’ αφήσει να το κάνω. Σεβόμαστε ο ένας τον άλλον και ξέρω ότι εκτιμά τη δουλειά μου. Αλλά μια σχέση χρειάζεται χρόνο για ν’ αναπτυχθεί. Ο Κλούνεϊ, από την άλλη, είναι πιο αυθόρμητος κι ευέλικτος, βασίζεται πολύ στους ηθοποιούς, έχουμε επίσης χτίσει μια βάση άνετης επικοινωνίας. Με τον Κλούνεϊ οι μέρες του γυρίσματος είναι πολύ σύντομες, δουλεύουμε για 6-7 ώρες, αντί για τις 12 που συνηθίζουμε και κάνουμε 1-2 λήψεις του κάθε πλάνου γιατί ο ίδιος έχει συγκεντρώσει πια τεράστια εμπειρία. Σε κάθε περίπτωση, εάν έχεις μπορέσει να συμπυκνώσεις τη γλώσσα της επικοινωνίας σου μ’ ένα σκηνοθέτη σε μια μινιμαλιστική μορφή, δεν υπάρχει τελειότερο πράγμα.