ο Σίμος Σαρκετζής GSC κινηματογραφεί τη “Φαντασία” του Αλ. Καρδαρά

Η Φαντασία (Βίκυ Παπαδοπούλου) είναι τραγουδίστρια και η μητέρα της μικρής Φωτεινής (Ρένα Μόρφη), κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70 που ξεκινάει η ταινία με τίτλο το όνομα της

Η Φωτεινή μεγαλώνει μέσα στις πίστες της επαρχίας κοντά σε μεγάφωνα, πίσω από θαμπωμένα από καπνούς τζάμια και μετά τον απότομο χωρισμό με την μητέρα της σε αυτοκινητιστικό, η ιστορία συνεχίζει με την ίδια πίσω από μικρόφωνα και βροχή από λουλούδια.

Εγκαταλείπει την περιορισμένη πίστα της επαρχίας και την φροντίδα του πατέρα της, ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου και έρχεται στην Αθήνα των πρώτων μεγάλων κέντρων του λαικο-pop των 90’s, μετά την προτροπή ενός εκ των τελευταίων «κλασσικών», Βλάση Χρηστάκη (Στέλιος Μάινας) με το οποίο απολαμβάνει σύντομα τον πρώτο Χρυσό της Δίσκο αλλά και την διασημότητα, ειδικά όταν πέφτει στην αγκαλιά του σταρ της εποχής Νίκου Κόκκινου (Γιάννης Στάνκογλου).

Θα περάσει μαζί του και από τις Χολυγουντιανές πίστες της εποχής Παπαθεμελή αλλά το μέλλον της επιφυλάσει δύσκολους δρόμους αφού το έτερον της ήμισυ Ν.Κόκκινος, θα βρεθεί σε αναπηρικό καροτσάκι εκτός δόξας και εμφανίσεων με την αγαπημένη του να αγωνίζεται να σώσει αυτόν αλλά και την ίδια

Μετά από ένα διάλλειμα στο εξωτερικό, την ξαναβρίσκουμε πίσω στην Αθήνα στις μέρες μας, στην πιο ώριμη της φάση να αποχαιρετά τον μέντορα της Βλάση Χρηστάκη αλλά και να εγκαινιάζει την πιο φωτεινή της σελίδα στο τραγούδι.

Η κινηματογράφηση της «Φαντασίας» είχε να αντιμετωπίσει την σχεδόν κλασσική δυσκολία σε αυτά τα εγχειρήματα που είναι να δημιουργείται τέτοια συνθήκη γυρίσματος ώστε οι συμμετέχοντες στο «ξεφάντωμα» να μην εξαντλούν το.. κέφι τους αλλά και να υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος για το υποκριτικό κομμάτι αλλά και το απαιτητικό για την τεχνική δυσκολία μεγάλων κέντρων. Ο Gaffer electrician Στάθης Τσιάπας (με την βοήθεια του Στέλιου Λεπιδάκη), με τον οποίο είχα την χαρά να συνεργαστώ σε άλλες 6 ταινίες («Μικρά Αγγλία», «Νοτιάς», «Νήμα», «Τελευταίο Σημείωμα», κλπ) βρήκε έξυπνους τρόπους να ¨γεφυρώσουμε¨τους προγραμματισμούς στα φώτα των νυχτερινών κέντρων με τα δικά μας φώτα αλλά και μαζί οργανώσαμε τους ήδη προγραμματισμένους φωτισμούς να εξυπηρετούν την κάθε γωνία είτε αυτή ήταν από τον κόσμο προς την πίστα και τους τραγουδιστές είτε το ανάποδο χωρίς να υπάρχει απώλεια χρόνου.

Φτιάξαμε μάλιστα μαζί και κάποια αυτοσχέδια φώτα από συνδυασμό 30+ λαμπτήρων πυρακτώσεως αλλά και άλλα με συνδυασμό από PARs για τα κοντινά, αφού θέλαμε να δώσουμε στην φωτογραφία της ταινίας την αίσθηση του φωτός της νύχτας του 1990 που χάνεται σιγά σιγά για να δώσει την θέση της στα πιο σύγχρονα κινούμενα και ¨τηλεχειριζόμενα¨ φώτα που φτάνουν εώς τις μέρες του τέλους της ταινίας…

Καθώς έπρεπε να μεταβούμε από την «φτωχή» επαρχιακή πίστα σταδιακά στο κολοσσιαίο club-μαγαζί, το είδος των φώτων αλλά και οι χρωματισμοί και οι κινήσεις τους επιλέχθηκαν έτσι ώστε να εξυπηρετηθεί αυτή η πορεία ακόμα κι αν έπρεπε να περιοριστούν σε κάποιες σκηνές και να ενταθούν σε κάποιες άλλες.

Προσπαθήσαμε να μην προδίδουμε την πηγή του φωτός αλλά και να είμαστε διακριτικοί, στις σκηνές εκτός πίστας και νύχτας σαν μια μικρή ¨ανάπαυλα¨από την κάπνα και το θέαμα που πέρασε αλλά και να διαχωρίσουμε την ζωή του πάλκου από την ζωή των ανθρώπων του, μετά.. Συμφωνήσαμε πως οι σκηνές ξεκούρασης και ύπνου αυτών των ανθρώπων είναι τις ώρες που οι υπόλοιποι ξυπνούν και εργάζονται άρα και οι αλλού-¨νυχτερινές¨σκηνές, σε εμάς θα ήταν με σχεδόν κλειστά παντζούρια. Σαν μια ιδιότυπη αντιστροφή στην συνηθισμένη καθημερινότητα.

Οι μεγάλες… αναμετρήσεις γίνονται μπροστά από τις πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες μέσα από τις μισόκλειστες γρίλιες των παντζουριών και τα ¨πρωινά¨χάδια πριν την δουλειά συμβαίνουν πίσω από τα βαθιά πορτοκαλί του δειλινού.

Ο focus puller Γιάννης Ροζέας (μαζί με τον Αλέξανδρο Άσπλιντ) καταφέραν να ετοιμάσουν ένα πολύ διαφωτιστικό τεστ πριν τα γυρίσματα σε χρόνο ρεκόρ και μαζί μετά το screening επιλέξαμε τους vintage αναμορφικούς φακούς Kowa πολλές φορές σε συνδυασμό με φίλτρα ελαφριάς διάχυσης που θα μας ¨σβήναν¨διακριτικά τις πηγές από τα φώτα που θέλαμε μέσα στο frame μας, με τον καπνό απαραίτητο στοιχείο της εικόνας μίας εποχής που το κάπνισμα σχεδόν επιβαλλόταν …

Οι Kowa με όλες τις, υπέροχες, γεωμετρικές τους και οπτικές.. ¨ατέλειες¨, αφαίρεσαν τον παράγοντα 2.8Κ ανάλυσης αλλά και την ψηφιακή αυστηρότητα από την εικόνα, δοκιμάσανε τις αντοχές του Γ.Ροζέα στο focus λόγω συχνού “wide-open” στο διάφραγμα αλλά κυρίως μας χαρίσανε τα αναπάντεχα oval flare που έφτιαξαν ένα πρόσθετο υπέροχο layer ανάμεσα σε ιπτάμενα γαρύφαλα και πολύχρωμα φώτα

Τις μέρες εκείνες που βγήκαμε έξω αναμετρώμενοι με το φως της ημέρας, σε μια ταινία μάλιστα που σεναριακά είναι πιο πολύ χειμωνιάτικη, είχαμε την τύχη να συντονιστούμε με τις σπάνιες για Απρίλη-Μαή συννεφιές και οι οποίες ευτυχώς φέτος δεν ήταν και λίγες.

Το μόνο που μας έμενε να κάνουμε σε αυτές ήταν πολύ καλές πρόβες και ολοκλήρωση των λήψεων μας στο μικρό χρονικό διάστημα που θα είχαμε το καλύτερο φως ή ακόμα και την καλύτερη (φυσική) βροχή.. Ο μακινίστας Λάμπρος Τσώνης είχε πάντα εύκαιρο ένα slider για να είναι δυνατή αυτή η μικρή μετατόπιση στο καδράρισμα σε αυτές τις πιεσμένες από χρόνο καταστάσεις αλλά και πάντα την προσοχή του όταν η κάμερα πολύ συχνά ήταν στο χέρι ταξιδεύοντας σε όχι πάντα ασφαλή σημεία..

Παραγωγή Pan Entertainement. Σε συμπαραγωγή με την ΕΡΤ, την Feelgood Entertainment, την Νέσσος και την Αrctos. 
Mε  την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων & Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ)