Το να εστιάζεις μέσω του μόνιτορ είναι μια κακή συνήθεια

του Evan Luzi

Πηγή: The Black And Blue

Κάθε βοηθός κάμεραμαν που σέβεται τον εαυτό του μπορεί να βρει την εστίαση χρησιμοποιώντας τίποτα περισσότερο από μερικές μετρήσεις, τα μάτια του και ένα follow focus. Ωστόσο, έχει αρχίσει να γίνεται όλο και πιο κοινό για να βρει κανείς την εστίαση να κοιτάζει ένα μόνιτορ – αντί για ένα υποκείμενο. Τότε γιατί είναι αυτό μια κακή συνήθεια;

Ο Max Siegel εξετάζει την εύρεση της εστίασης μέσω ενός ενσωματωμένου μόνιτορ:

«Όταν είχαμε λίγο ελεύθερο χρόνο, ο Rich με άφησε να ‘παίξω’ με τον ασύρματο βοηθό εστίασης του εξοπλισμού μας που ήταν καινούργιος κι ωραίος. Μέχρι που με έπιασε να κοιτάζω το μόνιτορ της κάμερας για να τσεκάρω την εστίαση.

»‘Μην το κάνεις αυτό,’ μου είπε απότομα ο Rich και μου έδωσε ένα παροιμιώδες χτύπημα στον καρπό. Τον κοίταξα ξαφνιασμένος. ‘Δεν πρέπει πότε να κοιτάς στο μόνιτορ όταν προσπαθείς να βρεις την εστίαση,’ μου είπε. ‘Δεν είναι ακριβές, κι ούτε η παραγωγή σε πληρώνει γι’ αυτό.’

»Δεν το εκτίμησα ιδιαίτερα τότε, αλλά η παρατήρηση του Rich ήταν ένα από τα καλύτερα μαθήματα που πήρα ποτέ στο πλατό. Τα δύο χρόνια που ακολούθησαν αυτά τα γυρίσματα, είδα τόσο πολλούς βοηθούς κάμεραμαν σε γυρίσματα φοιτητικών ταινιών να βρίσκουν την εστίαση μέσω των μόνιτορ – που είτε είναι ενσωματωμένα στην κάμερα, είτε είναι τοποθετημένα στο video village – που νιώθω ότι πρέπει να κάνω ένα σχόλιο για αυτή την πρακτική.»

Ο Max παρουσιάζει τα παραδοσιακά επιχειρήματα ενάντια στο να βρίσκει κανείς την εστίαση μέσω του μόνιτορ – το ισχυρότερο εκ των οποίων είναι ότι είναι πολύ πιθανό να χάσεις την εστίασή σου στον ‘χώρο’ της δισδιάστατης εικόνας, κάτι που δεν συμβαίνει με την κανονική μέθοδο που περιλαμβάνει μετρήσεις της απόστασης και τη χρήση των ενδείξεων απόστασης των φακών, μαζί με μια πλήρη όψη του σκηνικού και των αναφορών του.

Συμφωνώ απόλυτα με τον Max ότι το να βρίσκεις την εστίαση από το μόνιτορ είναι μια κακή συνήθεια. Ένας λόγος, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι ότι μπορεί να γίνει κάποιο μπέρδεμα μόλις χάσεις την εστίασή σου.

Αλλά, επίσης, δεν είναι βέβαιο ότι θα έχεις πάντα τη δυνατότητα να κοιτάς ένα μόνιτορ.

Μερικές φορές κάνεις δουλειές στις οποίες δεν υπάρχουν αρκετά λεφτά στον προϋπολογισμό για ένα μόνιτορ που θα χρησιμοποιεί ο χειριστής της κάμερας. Άλλες φορές έχεις μεν ένα μόνιτορ για τον εαυτό σου, αλλά πρέπει να το αφήσεις για να σταθεροποιήσεις ή να ελαφρύνεις κάποιον εξοπλισμό χειρός. Σ’ άλλες περιπτώσεις, πάλι, το μπλοκάρισμα μιας λήψης δεν σου επιτρέπει να δεις το μόνιτορ, ενώ μερικές φορές, η δράση προχωράει τόσο γρήγορα που είναι αδύνατο να έχεις το νου σου ταυτόχρονα στο follow focus, στην θέση σου και στο μόνιτορ.

Αυτός είναι ο καλύτερος λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να βασίζεσαι στο μόνιτορ γιατί, κάποια στιγμή, είναι αναπόφευκτο πως δεν θα είναι στην διάθεσή σου – και τότε τι;

Αν χρησιμοποιείς το μόνιτορ ως δεκανίκι, δεν θα έχεις πια τίποτα που να σε κρατάει στα πόδια σου. Όταν εστιάζεις με την απόσταση, μπορείς να βρεις τη σωστή εστίαση χωρίς αυτό, και από όλα τα παράδοξα μέρη ενός άκαμπτου σκηνικού στα οποία θα πρέπει να τοποθετηθείς, αρκεί να μπορείς να δεις το follow focus σου ή τις ενδείξεις της απόστασης πάνω στον φακό.

Έχοντας πει όλα τα παραπάνω, έπρεπε να βασιστώ στο μόνιτορ σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Κατά κύριο λόγο όταν χρησιμοποιούσα σταθερούς φακούς σε fast stop με ανελέητους DSLR αισθητήρες. Αρκετοί σταθεροί φακοί έχουν πολλά μειονεκτήματα για εκείνον που βρίσκει την εστίαση:

– Μη βοηθητικές ενδείξεις απόστασης: Οι ενδείξεις της απόστασης είναι συνήθως τυπωμένες με πολύ μικρούς χαρακτήρες στην κορυφή των φακών και υπάρχουν τεράστια κενά μεταξύ των αποστάσεων (π.χ. από τα 20 πόδια στα 3 χωρίς τίποτα στο ενδιάμεσο). Έτσι, ακόμα κι όταν η εστίαση είναι σε ένα μακρινό σημείο, δεν είναι ό,τι ακριβέστερο.

– Μικρό focusthrow: Το focus throw είναι η ποσότητα των περιστροφών που χρειάζεται να κάνει ο κύλινδρος της εστίασης για να πάει από την άπειρη στην μικρότερη απόσταση εστίασης. Οι σταθεροί φακοί έχουν πολύ μικρό focus throw στο οποίο το μικρότερο ‘τσίμπημα’ του follow focus μπορεί να σημαίνει μεταβολή του επιπέδου εστίασης της τάξεως του ενός ποδιού. Αυτό είναι καθοριστικής σημασίας για τους μακρινούς φακούς.

– Ελεύθερη περιστροφή: Ενώ ο κύλινδρος της εστίασης ενός κινηματογραφικού φακού σταματά να περιστρέφεται στη μέγιστη ή στην ελάχιστη απόσταση εστίασης, αρκετοί από τους σταθερούς φακούς έχουν ελεύθερη περιστροφή. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα κι αν μεταφέρεις τα σημεία της απόστασης σε έναν δίσκο follow focus, μπορεί εύκολα να γίνει κάποιο μπέρδεμα είτε από εσένα τον ίδιο, είτε από κάποιον οπερατέρ που ασχολείται με το followfocus, είτε κατά τη διάρκεια μιας αλλαγής φακών.

Αν τα παραπάνω συνδυαστούν με την υπόθεση ότι όταν μια παραγωγή χρησιμοποιεί σταθερούς φακούς όπως αυτοί, το πιθανότερο είναι πως έχουν γίνει λίγες δοκιμές, και πως το follow focus και ο μηχανισμός των φακών είναι μάλλον φθηνά και ‘παίζουν’ κατά τη διάρκεια της εστίασης, τότε είναι σίγουρο πως θα περάσεις μία ολόκληρη μέρα προσπαθώντας να βρεις τη σωστή εστίαση. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, έχω συχνά την αίσθηση ότι το μόνιτορ είναι το μοναδικό μου καταφύγιο, ειδικά όταν δεν έχουν γίνει δοκιμές.

Αν, ωστόσο, έχω την ώρα να βρω μερικά σημεία – χρησιμοποιώντας 1:1 zoom, σημεία αιχμής και τα μάτια μου – τότε έχω διαπιστώσει ότι απελευθερώνομαι από το μόνιτορ. Μπορώ να επικεντρωθώ στο να κοιτάζω το πλάι της κάμερας και να βάζω τα σημάδια μου στο follow focus. Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δεν έχω αυτή την πολυτέλεια, το μόνιτορ, με όλα του τα ελαττώματα, είναι το μόνο που μπορώ να εμπιστευτώ όταν δεν έχω τις ενδείξεις της απόστασης να με ενημερώνουν για το πού είναι η εστίαση κατά τη διάρκεια μιας λήψης.

Πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί βοηθοί φωτογραφίας απέκτησαν την κακή συνήθεια να κοιτάζουν στο μόνιτορ προκειμένου να βρουν την εστίαση. Στη δημοσίευσή του, ο Max αναπτύσσει ένα παρόμοιο σκεπτικό:

«Ορίστε η άποψη μου για τον λόγο που οι νεότεροι βοηθοί φωτογραφίας βρίσκουν την εστίαση μέσω του μόνιτορ: Οι περισσότεροι από εμάς μάθαμε να βγάζουμε φωτογραφίες με τις πρώτες ψηφιακές μηχανές. Παρόλο που αυτά τα εργαλεία είχαν εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα, είχαν ενσωματωμένες οθόνες επίδειξης. Αυτές έδιναν στους νέους φωτογράφους μία ιδέα για την τελική όψη των φωτογραφιών τους, αμέσως μετά την λήψη τους.

»Έτσι, είναι φυσικό για τους κινηματογραφιστές της γενιάς μου να κοιτάζουν στα μόνιτορ, καθώς έχουν εκπαιδευτεί να στρέφονται σε αυτά για άμεση αξιολόγηση και ικανοποίηση.»

Παρόλα αυτά, πιστεύω πως δεν είναι τόσο η άμεση αξιολόγηση και ικανοποίηση εκείνο που ψάχνουν οι νέοι βοηθοί φωτογραφίας, όσο το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς μάθανε να βρίσκουν την εστίαση σ’ αυτούς τους WFOσταθερούς φακούς που είναι ενσωματωμένοι στους full-frame DSLR αισθητήρες με τίποτα περισσότερο από το μόνιτορ να τους δίνει την αυτοπεποίθηση ότι μία λήψη είναι σωστά εστιασμένη.

Και όταν μάθεις να κάνεις κάτι για πρώτη φορά μ’ έναν ορισμένο τρόπο, είναι πολύ δύσκολο να το ξεχάσεις.

(Για να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι μία ολόκληρη γενιά βοηθών φωτογράφων ξεκίνησε την καριέρα της με πρόσβαση στα ευαίσθητα μόνιτορ υψηλής ευκρίνειας (HD)).

Αυτό, ωστόσο, δεν είναι δικαιολογία να χρησιμοποιεί κανείς συνεχώς το μόνιτορ σα δεκανίκι. Όταν σου δίνονται τα εργαλεία να βρεις την εστίαση κανονικά στις σωστές συνθήκες – δηλ. να έχεις κινηματογραφικούς φακούς με ενδείξεις απόστασης, ένα σταθερό follow focus ή ένα ασύρματο setup, χρόνο για να βρεις τις ενδείξεις της απόστασης και να κάνεις δοκιμές – τότε θα πρέπει να μετράς τις αποστάσεις, να σημαδεύεις το follow focus σου, και να παρακολουθείς τη λήψη να ξεδιπλώνεται μπροστά σου ώστε να μπορείς να κάνεις τις ανάλογες ρυθμίσεις.

Κι όταν δεν έχεις χρόνο να βρείς τα σημεία; Τότε, όπως είπε ο κινηματογραφιστής Adrian Biddle, BSC, στον τότε βοηθό φωτογραφίας Dan Mindel, «Νιώσε τη δύναμη.» Τελικά, η εύρεση της εστίασης είναι μία «μυστήρια τέχνη.»

Ως έσχατη επιλογή ή για να τσεκάρεις μια ένδειξη, κοίταξε το μόνιτορ. Μόνο πρόσεξε μην σου γίνει (κακή) συνήθεια.

https://www.theblackandblue.com/2014/03/27/pulling-focus-monitor/

Μετάφραση: Μυρτώ Σκαρίπα-Κουκέλλη